
Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 7519
Πέμπτη μεσημέρι, γεμάτη βαλίτσες η εξώπορτα. Ο συγκάτοικός του μικρού Αλήτη, μαζί με την ξαδέρφη του, θα πήγαιναν εκδρομή στο χιονοδρομικό κέντρο του Μπάνσκο. Μπορούσε κανείς να δει στην έκφραση τους την ανυπομονησία για μερικές ώρες χαλάρωσης που τους περίμενε. Μα ακόμα πιο μεγάλο χαμόγελο είχε το πρόσωπο του μικρού Αλήτη, που επιτέλους θα έμενε λίγο μόνος σε αυτό το τεράστιο σπίτι, που νοικιάζει με τους 2 φίλους του μαζί με την μεγάλη του Αγάπη. Θα είχε και το αυτοκίνητο της ξαδέρφης του, ένα λευκό Seicento με ζεμπρέ καθίσματα. Όλα έμοιαζαν … ηλιόλουστα. Μέχρι που φάνηκαν τα πρώτα σύννεφα. Ο μικρός Αλήτης ήξερε ότι όταν είναι κανείς πολύ χαρούμενος, και χτυπήσει το τηλέφωνό του, ποτέ, μα ποτέ δεν θα είναι για καλό. Και έτσι κι έγινε. Ήταν η μητέρα του που έλεγε να έρθει το Σαββατοκύριακό να τον δει. Φυσικά ουδεμία διάθεση υπήρχε εκ μέρους του, το μοναδικό αυτό Σαββατοκύριακό, να το περάσει τρίβοντας με χλωρίνη τοίχους και πατώματα, ύστερα να ξεσκονίσει όλα τα ράφια, να διπλώσει τακτικά τα ρούχα του, να απολυμάνει το μπάνιο και να πετάξει τους τόνους σκουπιδιών που συλλέγει μήνες τώρα. Ίσως το επόμενο ΣΚ, να μοιραστεί και την δουλειά με τους υπόλοιπους. Αφού προσπέρασε το αρχέγονο σκόπελο της μάνας με επιδέξιους διπλωματικούς χειρισμούς του τύπου, «πόσο σε λατρεύω», έκλεισε το τηλέφωνο ταραγμένος. Για να χτυπήσει και πάλι την ακριβώς επόμενη στιγμή. Ήταν ο ξάδερφός του, που θα ερχόταν αυτό το Σαββατοκύριακο Αθήνα και ήθελε κάπου να μείνει. Του το έφερε από εδώ, του το έφερε από εκεί, τελικά, αποφάσισαν από κοινού ότι καιρός ήταν να δει και λίγο την φίλη του την Τάδε που έχουν να συναντηθούν από προσχολικής εποχής. Έκλεισε το τηλέφωνο, σίγουρος αυτή τη φορά, ότι μπορεί να πέρασε τα δύο συννεφάκια σχετικά ανώδυνα, όμως μια ολόκληρη καταιγίδα παραμόνευε έτοιμη να του καταστρέψει το, μόνο στη φαντασία του, ειδυλλιακό Σαββατοκύριακο. Όλες τις προηγούμενες μέρες, το τηλέφωνο σιωπούσε, κανείς δεν τον θυμόταν έστω για έναν καφέ, αλλά αυτή δεν ήταν μία μέρα σαν αυτές. Όχι, κανείς δεν θα τον άφηνε σε ησυχία. Πρώτα πήρε ο τρίτος συγκάτοικός του, που μένει πολλές μέρες τώρα στη κοπέλα του. Καθότι ιδρωμένος ο μικρός Αλήτης, το έπαιζε ψύχραιμος. «και το είπα άλλωστε, είσαι μεγάλος αλήτης. Αυτά. Ά να μην το ξεχάσω, αν μπορείς, άνοιξε μου το θερμοσίφωνο γιατί θα έρθω το απόγευμα». Ε λοιπόν, παρότι ο παραπάνω διάλογος, υπήρξε ο μεγαλύτερος εφιάλτης του μικρού Αλήτη, δεν ειπώθηκε ποτέ. Έκλεισε και αυτό το τηλέφωνο, αλλά δεν πρόλαβαν να περάσουν 5 λεπτά και το καταραμένο ξαναχτύπησε. Ήταν ο φίλος του ο King George, που αφού του εξιστόρησε όλα τα δραματικά γεγονότα του ξυλοδαρμού του στα επεισόδια της Κερατέας προσθέτοντας πάντα ικανοποιητική δόση σάλτσας, που εύκολα θα αρκούσε να κοσμεί για μήνες τις σαλάτες ολόκληρου του τέταρτου σώματος στρατού, ύστερα απαιτούσε την συντροφιά του για ένα καφέ, ύστερα ένα ποτό, μπόλικο PRO στο xbox, και καμιά ταινιούλα, έτσι για να περάσει η ώρα. Ο μικρός Αλήτης του απήντησε, ότι ή ώρα δεν έλεγε να περάσει όταν πρόκειται περί ψυχολογικών βασανιστηρίων. Πέρασε λοιπόν το σκόπελο που άκουγε στο όνομα King George, για να έλθει αντιμέτωπος με αυτό ενός ακόμα φίλου του, του Crash. Πανομοιότυπος διάλογος, παρόμοιες στιχομυθίες. Έκλεισε το τηλέφωνο, έχοντας φυτρώσει ένα πράσινο σαν μανιτάρι πράγμα, κάτω από το δεξί λοβό του αφτιού του. Με τέτοια ακτινοβολία, και πάλι τυχερός ήταν που ανέπνεε, βαριά με βράσιμο μεν, αλλά σταθερά. Τέλος μέχρι και ο πατέρας του, έστειλε μήνυμα, παρόλο που είχαν να μιλήσουν μήνες. Ύστερα κι από αυτό το βάναυσο χτύπημα, ένιωθε πραγματική εξάντληση. Πάντως παράπονο το είχε, η κουτσή θεία του που απαντούσε στο όνομα Μαρία, ήταν η μόνη που δεν τον θυμήθηκε. Ίσως βέβαια να ήταν εκείνη η αναπάντητη ανώνυμη κλήση που δεν πρόλαβε να σηκώσει.
Πέμπτη απόγευμα, οδηγάει στη Συγγρού, ένας ταρίφας έχει κολλήσει ακριβώς από πίσω του. Έχει χώρο να το περάσει αλλά αυτός εκεί, σαδιστικά κολλημένος να απέχει λίγα εκατοστά από το πορτ μπαγκάζ του λευκού Seicento. Στην πραγματικότητα, είναι σχεδόν μόνοι τους στο δρόμο, μα ο ιδιοκτήτης του, δείχνει άγριες διαθέσεις. Δεν του αρέσει που υπάρχει κι άλλος στην λεωφόρο του. Ο μικρός Αλήτης (μΑ) πατάει απότομα φρένο για ελάχιστο χρονικό διάστημα, πίσω του ο βασιλιάς του δρόμου, κάνει μερικές μανούβρες αποφυγής, αρκετές για να συνειδητοποιήσει ότι το αυτοκίνητο μπροστά του είναι αρκετά απρόβλεπτο, ώστε να συνεχίσει να του κολλάει. Τον προσπερνάει βρίζοντας. Το χαμόγελο επιστρέφει στα χείλη του μΑ. Όχι για πολύ. Ανάβει η ένδειξη για την βενζίνη. Τρομοκρατείται. Η ένδειξη σβήνει. Βγάζει το συμπέρασμα ότι έφταιγε η ανηφόρα. Η ένδειξη της θερμοκρασίας ανάβει. «Λαμπάκια είναι, ότι να ναι κάνουν, θα σβήσει και αυτό κάποια στιγμή» συλλογίζεται. Η ένδειξη επιμένει. Επιμένει και αυτός. Το αμάξι κοχλάζει. Τα νεύρα του κοχλάζουν. Το αμάξι κάνει γρούτσου γρούτσου. Οι αρθρώσεις του κάνουν γρούτσου γρούτσου (για αυτό μάλλον φταίει η προαιώνια υγρασία του δωματίου του). Ένα επίμονος και διαπεραστικός ήχος ακούγεται, ο μΑ βρίσκει πολλές ομοιότητες με προειδοποίηση συναγερμού αεροσκάφους που πετάει πολύ κοντά στο έδαφος. Ηττημένος από αυτή την τιτανομαχία, αποφασίζει να σταματήσει. Ήταν πια σίγουρος ότι η ξαδέρφη του ως άριστη γνώστης μηχανολογίας, φουλ ποδοσφαιρόφιλη και αρκετά γνοιασμένη, θα είχε παραμελήσει τα λάδια και το νερό της μηχανής και τον αέρα στα λάστιχα. Θα σταματούσε σε ένα βενζινάδικο, για να διαπιστώσει ότι δεν είχε καθόλου νερό το αμάξι. Πανευτυχής που έλυσε το πρόβλημα, πριν γίνει καμιά μεγάλη ζημιά, ξεκίνησε για το κρεοπωλείο. Θα αποζημιωνόταν τρώγοντας σνίτσελ για όλη την ψυχική ταλαιπωρία που είχε υποστεί. Άλλωστε τι άλλο μπορούσε να του συμβεί. Βρήκε και εύκολα πάρκινγκ, σχεδόν αντικριστά από το μαγαζί. Μπαίνει μέσα όλο διάθεση. Βγαίνει έξω όλο διάθεση. Κοιτάει το αμάξι, πάει η διάθεση. Πλημμύρα τα νερά από κάτω, φάνταζε σαν το δικό του τσουνάμι. Τουλάχιστον το σπίτι ήταν κοντά.
Παρασκευή πρωί. Ο μΑ οδηγεί προς το συνεργείο. Το προηγούμενο βράδυ είχε πάρει οδηγίες από ένα περαστικό, ως εκ θαύματος εξυπηρετικού ταξιτζή, Κάποιο σωληνάκι, ήταν που είχε σπάσει ή το ψυγείο. Και στις δύο περιπτώσεις του είχε πει πως τα ανταλλακτικά κοστίζουν 10 με 15 ευρώ, και η εργασία τα ίδια περίπου, καθώς επίσης ότι σε όποιον μάστορα κι αν πήγαινε, απλά θα τον έκλεβαν. Φτάνει λοιπόν με μισή καρδιά στο συνεργείο αυτοκινήτων «Ο ΛΗΣΤΑΡΧΟΣ». Ο αρχιλήσταρχος βγαίνει έξω καλοσυνάτος, πώς να μην είναι άλλωστε. Ο μΑ φάνταζε ωσάν όμορφο, καφέ, δερμάτινο πορτοφόλι. Αφού το κοίταξε, έβγαλε το συμπέρασμα, ότι η διαρροή προέρχεται από μία σαπισμένη τάπα της μηχανής. Τουλάχιστον του είπε την αλήθεια. 10 ευρώ ανταλλακτικά και 60 η εργασία. Δηλαδή κοινώς, 10 ευρώ το μαραφέτι εκ Κίνας, 20 η εργασία, και 40 το γεγονός ότι έπεσες στην ανάγκη μου. Ο μΑ είχε παραιτηθεί. Δεν είχε κουράγιο να διαπραγματευτεί την ατυχία του. Τώρα πρέπει να περιμένει μέχρι το μεσημέρι για το αμάξι και τα χειρότερα έπονται ως φυσικό επακόλουθο της προσμονής του για ένα ξέγνοιαστο Σαββατοκύριακο.
1107 Ο μΑ ΑΝΑΠΝΕΙ ΑΚΟΜΑ (με δυσκολία)
