Παρασκευή, 11 Φεβρουαρίου 2011

ΕΝΑ ΚΑΘΟΛΑ ΞΕΓΝΟΙΑΣΤΟ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ – ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟ Η ΑΡΧΗ


Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 7519

Πέμπτη μεσημέρι, γεμάτη βαλίτσες η εξώπορτα. Ο συγκάτοικός του μικρού Αλήτη, μαζί με την ξαδέρφη του, θα πήγαιναν εκδρομή στο χιονοδρομικό κέντρο του Μπάνσκο. Μπορούσε κανείς να δει στην έκφραση τους την ανυπομονησία για μερικές ώρες χαλάρωσης που τους περίμενε. Μα ακόμα πιο μεγάλο χαμόγελο είχε το πρόσωπο του μικρού Αλήτη, που επιτέλους θα έμενε λίγο μόνος σε αυτό το τεράστιο σπίτι, που νοικιάζει με τους 2 φίλους του μαζί με την μεγάλη του Αγάπη. Θα είχε και το αυτοκίνητο της ξαδέρφης του, ένα λευκό Seicento με ζεμπρέ καθίσματα. Όλα έμοιαζαν … ηλιόλουστα. Μέχρι που φάνηκαν τα πρώτα σύννεφα. Ο μικρός Αλήτης ήξερε ότι όταν είναι κανείς πολύ χαρούμενος, και χτυπήσει το τηλέφωνό του, ποτέ, μα ποτέ δεν θα είναι για καλό. Και έτσι κι έγινε. Ήταν η μητέρα του που έλεγε να έρθει το Σαββατοκύριακό να τον δει. Φυσικά ουδεμία διάθεση υπήρχε εκ μέρους του, το μοναδικό αυτό Σαββατοκύριακό, να το περάσει τρίβοντας με χλωρίνη τοίχους και πατώματα, ύστερα να ξεσκονίσει όλα τα ράφια, να διπλώσει τακτικά τα ρούχα του, να απολυμάνει το μπάνιο και να πετάξει τους τόνους σκουπιδιών που συλλέγει μήνες τώρα. Ίσως το επόμενο ΣΚ, να μοιραστεί και την δουλειά με τους υπόλοιπους. Αφού προσπέρασε το αρχέγονο σκόπελο της μάνας με επιδέξιους διπλωματικούς χειρισμούς του τύπου, «πόσο σε λατρεύω», έκλεισε το τηλέφωνο ταραγμένος. Για να χτυπήσει και πάλι την ακριβώς επόμενη στιγμή. Ήταν ο ξάδερφός του, που θα ερχόταν αυτό το Σαββατοκύριακο Αθήνα και ήθελε κάπου να μείνει. Του το έφερε από εδώ, του το έφερε από εκεί, τελικά, αποφάσισαν από κοινού ότι καιρός ήταν να δει και λίγο την φίλη του την Τάδε που έχουν να συναντηθούν από προσχολικής εποχής. Έκλεισε το τηλέφωνο, σίγουρος αυτή τη φορά, ότι μπορεί να πέρασε τα δύο συννεφάκια σχετικά ανώδυνα, όμως μια ολόκληρη καταιγίδα παραμόνευε έτοιμη να του καταστρέψει το, μόνο στη φαντασία του, ειδυλλιακό Σαββατοκύριακο. Όλες τις προηγούμενες μέρες, το τηλέφωνο σιωπούσε, κανείς δεν τον θυμόταν έστω για έναν καφέ, αλλά αυτή δεν ήταν μία μέρα σαν αυτές. Όχι, κανείς δεν θα τον άφηνε σε ησυχία. Πρώτα πήρε ο τρίτος συγκάτοικός του, που μένει πολλές μέρες τώρα στη κοπέλα του. Καθότι ιδρωμένος ο μικρός Αλήτης, το έπαιζε ψύχραιμος. «και το είπα άλλωστε, είσαι μεγάλος αλήτης. Αυτά. Ά να μην το ξεχάσω, αν μπορείς, άνοιξε μου το θερμοσίφωνο γιατί θα έρθω το απόγευμα». Ε λοιπόν, παρότι ο παραπάνω διάλογος, υπήρξε ο μεγαλύτερος εφιάλτης του μικρού Αλήτη, δεν ειπώθηκε ποτέ. Έκλεισε και αυτό το τηλέφωνο, αλλά δεν πρόλαβαν να περάσουν 5 λεπτά και το καταραμένο ξαναχτύπησε. Ήταν ο φίλος του ο King George, που αφού του εξιστόρησε όλα τα δραματικά γεγονότα του ξυλοδαρμού του στα επεισόδια της Κερατέας προσθέτοντας πάντα ικανοποιητική δόση σάλτσας, που εύκολα θα αρκούσε να κοσμεί για μήνες τις σαλάτες ολόκληρου του τέταρτου σώματος στρατού, ύστερα απαιτούσε την συντροφιά του για ένα καφέ, ύστερα ένα ποτό, μπόλικο PRO στο xbox, και καμιά ταινιούλα, έτσι για να περάσει η ώρα. Ο μικρός Αλήτης του απήντησε, ότι ή ώρα δεν έλεγε να περάσει όταν πρόκειται περί ψυχολογικών βασανιστηρίων. Πέρασε λοιπόν το σκόπελο που άκουγε στο όνομα King George, για να έλθει αντιμέτωπος με αυτό ενός ακόμα φίλου του, του Crash. Πανομοιότυπος διάλογος, παρόμοιες στιχομυθίες. Έκλεισε το τηλέφωνο, έχοντας φυτρώσει ένα πράσινο σαν μανιτάρι πράγμα, κάτω από το δεξί λοβό του αφτιού του. Με τέτοια ακτινοβολία, και πάλι τυχερός ήταν που ανέπνεε, βαριά με βράσιμο μεν, αλλά σταθερά. Τέλος μέχρι και ο πατέρας του, έστειλε μήνυμα, παρόλο που είχαν να μιλήσουν μήνες. Ύστερα κι από αυτό το βάναυσο χτύπημα, ένιωθε πραγματική εξάντληση. Πάντως παράπονο το είχε, η κουτσή θεία του που απαντούσε στο όνομα Μαρία, ήταν η μόνη που δεν τον θυμήθηκε. Ίσως βέβαια να ήταν εκείνη η αναπάντητη ανώνυμη κλήση που δεν πρόλαβε να σηκώσει.

Πέμπτη απόγευμα, οδηγάει στη Συγγρού, ένας ταρίφας έχει κολλήσει ακριβώς από πίσω του. Έχει χώρο να το περάσει αλλά αυτός εκεί, σαδιστικά κολλημένος να απέχει λίγα εκατοστά από το πορτ μπαγκάζ του λευκού Seicento. Στην πραγματικότητα, είναι σχεδόν μόνοι τους στο δρόμο, μα ο ιδιοκτήτης του, δείχνει άγριες διαθέσεις. Δεν του αρέσει που υπάρχει κι άλλος στην λεωφόρο του. Ο μικρός Αλήτης (μΑ) πατάει απότομα φρένο για ελάχιστο χρονικό διάστημα, πίσω του ο βασιλιάς του δρόμου, κάνει μερικές μανούβρες αποφυγής, αρκετές για να συνειδητοποιήσει ότι το αυτοκίνητο μπροστά του είναι αρκετά απρόβλεπτο, ώστε να συνεχίσει να του κολλάει. Τον προσπερνάει βρίζοντας. Το χαμόγελο επιστρέφει στα χείλη του μΑ. Όχι για πολύ. Ανάβει η ένδειξη για την βενζίνη. Τρομοκρατείται. Η ένδειξη σβήνει. Βγάζει το συμπέρασμα ότι έφταιγε η ανηφόρα. Η ένδειξη της θερμοκρασίας ανάβει. «Λαμπάκια είναι, ότι να ναι κάνουν, θα σβήσει και αυτό κάποια στιγμή» συλλογίζεται. Η ένδειξη επιμένει. Επιμένει και αυτός. Το αμάξι κοχλάζει. Τα νεύρα του κοχλάζουν. Το αμάξι κάνει γρούτσου γρούτσου. Οι αρθρώσεις του κάνουν γρούτσου γρούτσου (για αυτό μάλλον φταίει η προαιώνια υγρασία του δωματίου του). Ένα επίμονος και διαπεραστικός ήχος ακούγεται, ο μΑ βρίσκει πολλές ομοιότητες με προειδοποίηση συναγερμού αεροσκάφους που πετάει πολύ κοντά στο έδαφος. Ηττημένος από αυτή την τιτανομαχία, αποφασίζει να σταματήσει. Ήταν πια σίγουρος ότι η ξαδέρφη του ως άριστη γνώστης μηχανολογίας, φουλ ποδοσφαιρόφιλη και αρκετά γνοιασμένη, θα είχε παραμελήσει τα λάδια και το νερό της μηχανής και τον αέρα στα λάστιχα. Θα σταματούσε σε ένα βενζινάδικο, για να διαπιστώσει ότι δεν είχε καθόλου νερό το αμάξι. Πανευτυχής που έλυσε το πρόβλημα, πριν γίνει καμιά μεγάλη ζημιά, ξεκίνησε για το κρεοπωλείο. Θα αποζημιωνόταν τρώγοντας σνίτσελ για όλη την ψυχική ταλαιπωρία που είχε υποστεί. Άλλωστε τι άλλο μπορούσε να του συμβεί. Βρήκε και εύκολα πάρκινγκ, σχεδόν αντικριστά από το μαγαζί. Μπαίνει μέσα όλο διάθεση. Βγαίνει έξω όλο διάθεση. Κοιτάει το αμάξι, πάει η διάθεση. Πλημμύρα τα νερά από κάτω, φάνταζε σαν το δικό του τσουνάμι. Τουλάχιστον το σπίτι ήταν κοντά.

Παρασκευή πρωί. Ο μΑ οδηγεί προς το συνεργείο. Το προηγούμενο βράδυ είχε πάρει οδηγίες από ένα περαστικό, ως εκ θαύματος εξυπηρετικού ταξιτζή, Κάποιο σωληνάκι, ήταν που είχε σπάσει ή το ψυγείο. Και στις δύο περιπτώσεις του είχε πει πως τα ανταλλακτικά κοστίζουν 10 με 15 ευρώ, και η εργασία τα ίδια περίπου, καθώς επίσης ότι σε όποιον μάστορα κι αν πήγαινε, απλά θα τον έκλεβαν. Φτάνει λοιπόν με μισή καρδιά στο συνεργείο αυτοκινήτων «Ο ΛΗΣΤΑΡΧΟΣ». Ο αρχιλήσταρχος βγαίνει έξω καλοσυνάτος, πώς να μην είναι άλλωστε. Ο μΑ φάνταζε ωσάν όμορφο, καφέ, δερμάτινο πορτοφόλι. Αφού το κοίταξε, έβγαλε το συμπέρασμα, ότι η διαρροή προέρχεται από μία σαπισμένη τάπα της μηχανής. Τουλάχιστον του είπε την αλήθεια. 10 ευρώ ανταλλακτικά και 60 η εργασία. Δηλαδή κοινώς, 10 ευρώ το μαραφέτι εκ Κίνας, 20 η εργασία, και 40 το γεγονός ότι έπεσες στην ανάγκη μου. Ο μΑ είχε παραιτηθεί. Δεν είχε κουράγιο να διαπραγματευτεί την ατυχία του. Τώρα πρέπει να περιμένει μέχρι το μεσημέρι για το αμάξι και τα χειρότερα έπονται ως φυσικό επακόλουθο της προσμονής του για ένα ξέγνοιαστο Σαββατοκύριακο.

1107 Ο μΑ ΑΝΑΠΝΕΙ ΑΚΟΜΑ (με δυσκολία)

Τετάρτη, 9 Φεβρουαρίου 2011

Αμοργού 20, ο δρόμος με τα κομφετί


Τριτη 8 Φεβρουαρίου 7519

1035 Ο μικρός Αλήτης, το Σάββατο που πέρασε πήγε θέατρο. Ήθελε να δει μία καλή παράσταση μαζί με την Μεγάλη του αγάπη. Θα συναντιόντουσαν το απόγευμα στο κέντρο, έτσι είχε όλο το χρόνο στη διάθεση του για να βρει το καλύτερο. Ψάχνοντας βρήκε την παράσταση «Η σεξουαλική ζωή του κυρίου και της κυρίας Νικολαΐδη». Του άρεσε και ο Ζουγανέλης, ΤΕΛΕΙΑ, θα έπαιρνε τηλέφωνο να κλείσει εισιτήρια. Διεύθυνση: Αμοργού 20 Κυψέλη. Η πλούσια φαντασία του άρχισε αμέσως να οργιάζει. Έπλασε στο νου του την οδό Αμοργού, η παράσταση μόλις έχει τελειώσει, όλοι μπαίνουν στα αυτοκίνητά τους με ταχύ βήμα, μέσα σε 5 λεπτά, ο μικρός Αλήτης και η Μεγάλη του αγάπη έχουν απομείνει μόνοι τους στο δρόμο ψάχνοντας απεγνωσμένα για κάποιο ταξί. Από πίσω ακούγεται ο ήχος της βαριάς πόρτας του θεάτρου που κλείνει, ύστερα οι 9 σύρτες που την κλειδαμπαρώνουν και τέλος τα τρία χαρακτηριστικά μπιμπ του συναγερμού. Μια φωνή ξεχύνεται από το βάθος του κτηρίου. «Έλα Μήτσο, εντάξει οι ανιχνευτές κίνησης και ο συναγερμός, πάμε να φύγουμε πριν είναι πολύ αργά». Ο Μήτσος το αφεντικό μαζί με τον τελευταίο υπάλληλο ανεβαίνουν στο δίκυκλο, αναπτύσσουν ταχύτητα και χάνονται στα στενά σοκάκια. Τώρα έχουν απομείνει εντελώς μόνοι. Το στενάκι δείχνει πιο σκοτεινό από πριν, το κίτρινο αρρωστημένο φως από το στύλο του δρόμου αναβοσβήνει διαρκώς κάνοντας έναν απαίσιο ήχο. Σκοτεινές φιγούρες αρχίζουν να προβάλλουν στη γύρω περιοχή. Ο αέρας δυναμώνει, στο βάθος μια αστραπή έρχεται να ολοκληρώσει το cult σκηνικό. Ο μικρός Αλήτης κοιτάει το κινητό του, για να διαπιστώσει ότι είναι «εκτός λήψης». Αυτοί οι κάτοικοι της Κυψέλης, όλα τα είχανε, η κεραία του ΟΤΕ τους μάρανε. Οι σκιές πλησιάζουν. Τώρα πια μπορεί να διακρίνει πεντακάθαρα τις φιγούρες, το ψυχεδελικό χαμόγελο στο πρόσωπο τους, την έκφραση της ικανοποίησης ενός αρπακτικού όταν έχει εγκλωβίσει την λεία του. Κρατάνε ρόπαλα, σπασμένα μπουκάλια, μαχαίρια, κομφετί. Ααα όλα και όλα, δεν αντέχει τα κομφετί, έχει τραυματικές εμπειρίες από όταν ήταν μικρός. Τα σιχαίνεται. Σίγουρα δεν θα πήγαινε στη Κυψέλη να δει το Ζουγανέλη. Αν ήθελε ο Ζουγανέλης να ερχότανε εκείνος στη Νέα Σμύρνη που έχει και λίγο πράσινο.

1110 Ψάχνοντας στο athinorama.gr ανακάλυψε μία παράσταση με πολύ καλές κριτικές. Το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ στο θέατρο με τους Κυριακίδη, Γρηγοριάδου, Γούση, Τότσικα στο θέατρο Άνεσις, Κηφισίας 14, Αμπελόκηποι. Είχε και στάση μετρό κοντά, υπέροχα σκέφτηκε. Πήρε τηλέφωνο, έκλεισε εισιτήρια και λίγες ώρες αργότερα βρέθηκε μέσα σε ένα ζεστό θέατρο, με υπέροχα σκηνικά, περιμένοντας το κουδούνι της ενάρξεως. Ύστερα από περίπου τρεις ώρες, μαζί με το διάλειμμα ένιωθε αρκετά ικανοποιημένος με την επιλογή του. Μια τέλεια παράσταση (μόνο ο Τότσικας δεν του άρεσε, όχι γιατί δεν ήταν καλός ηθοποιός, απλά είχε αυτό το στυλ, που του έσπαγε τα νεύρα, κατά γενική ομολογία όμως έπαιξε πάρα πολύ ωραία).

Τρίτη, 8 Φεβρουαρίου 2011

Βαρύς γλυκός με γεύση μαστίχα


ΔΕΥΤΕΡΑ 7 Φεβρουαρίου 7519

Νότια Προάστια, Αττική

1806 Ο μικρός Αλήτης κάθεται στο σαλόνι του περιμένοντας το νερό να ζεστάνει. Δίπλα του βλέπει ταινία στον φορητό του υπολογιστή, ο γκρινιάρης συγκάτοικός του, ο Niko Bellic, που ουδεμία σχέση έχει στα χαρακτηριστικά και την προσωπικότητα του φανταστικού αντί-ήρωα του γνωστού παιχνιδιού. Δίπλα στον μικρό Αλήτη, η κούπα του με τον χλιαρό Ελληνικό – Τούρκικο καφέ με γεύση μαστίχα. Ο αγαπημένος του. Η έκφραση του προσώπου του φαντάζει κατσουφιασμένη, και όχι άδικα. Αναλογίζεται την διαδικασία στην οποία έχει βάλει τον εαυτό του. Σήμερα το πρωί πήρε για πολλοστή φορά το πρώην αφεντικό του. Πέρυσι τέτοια εποχή δούλευε για έναν συνεταιρισμό. Δηλαδή όχι μόνιμα, αλλά μόνο για ένα μήνα, ακριβώς πριν παρουσιαστεί στις 9 Φεβρουαρίου στο Ναύπλιο για τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις. Ήθελε τότε να μαζέψει μερικά χρήματα καθώς θα πήγαιναν ταξίδι με την Μεγάλη του αγάπη, Μιλάνο και Λισσαβώνα. Έτσι λοιπόν βρήκε εργασία σε έναν συνεταιρισμό στην μικρή πόλη που κατάγεται και δούλευε νυχθημερόν για να βγάλει όση περισσότερη δουλειά μπορούσε. Βλέπετε τον ήθελαν επειγόντως διότι δεν προλάβαιναν τις προθεσμίες τους. Έτσι ο μικρός Αλήτης βάλθηκε να δουλεύει και να δουλεύει ως αργά το βράδυ και μερικές φορές, ως νωρίς τα ξημερώματα. Το πρόβλημα όμως ήταν ότι ουδέποτε είδε φράγκο στην τσέπη του. Ο τύπος του χρωστάει ακόμα τα 813 ευρώ που του είχε υποσχεθεί. Πολλές φορές τον πήρε τηλέφωνο, τις περισσότερες δεν απάντησε, ενώ σε αυτές που του έκανε την τιμή, τον παραμύθιασε λέγοντας συνέχεια «την Παρασκευή θα στα βάλω τα λεφτά, στείλε μου τον λογαριασμό της τραπέζης σου». Βέβαια ο μικρός Αλήτης βαρέθηκε να του τον στέλνει, μα μάταια, δίχως κανένα αποτέλεσμα. Σήμερα το πρωί έδωσε στον εαυτό του διορία δύο ημερών, άπαξ και δεν έχει γίνει τίποτα, είναι αποφασισμένος να πάει στην επιθεώρηση εργασίας.